Αχιλλέας Βαρβαρέσος: Ένας ζωγράφος – περιηγητής των Βατίκων
Πώς αποτυπώνει ζωγραφικά ένας νεοέλληνας καλλιτέχνης του Μεσοπολέμου τον ιδιαίτερο τόπο καταγωγής του, Πώς τον εντάσσει τεχνοτροπικά στις εικαστικές του αναζητήσεις; Πως εντάσσεται τελικά ο ίδιος σε αυτόν, Ο βατικιώτης ζωγράφος Αχιλλέας Βαρβαρέσος αποτελεί μια τέτοια μελέτη περίπτωσης. Γαλουχημένος στην Αθήνα των αρχών του 20ου αιώνα, αποκτά ακαδημαϊκή παιδεία κατά τις σπουδές του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Γρήγορα γίνεται κοινωνός των υπαιθριστικών-ιμπρεσιονιστικών τάσεων που κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος στην ελληνική τέχνη της εποχής, στο πλαίσιο αναζήτησης μίας νέας ελληνικής ταυτότητας και ενός εικαστικού εκσυγχρονισμού, παρότι όψιμα και συγκρατημένα σε σχέση με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές κατακτήσεις του Μοντερνισμού. Όπως οι ζωγράφοι της Barbizon και οι ιμπρεσιονιστές. ο Βαρβαρέσος, με το καβαλέτο του ανά χείρας, εγκαταλείπει τον κλειστό χώρο του εργαστηρίου για να αποτυπώσει ζωντανά – en plein air το φυσικό τοπίο, ως αδιάκοπη σπουδή, ανοίγοντας ωστόσο μετρημένα σε σχέση με άλλους σύγχρονους έλληνες ομοτέχνους του την χρωματική παλέτα του, και ακολουθώντας τις συνεχείς κινήσεις του φωτός, χωρίς όμως να απωλέσει το στοιχείο της παραστατικότητας. Ήδη από τις πρώτες του εκθέσεις, επαινείται από τον Τύπο της εποχής για την αίσθηση χαράς, ζωντάνιας, αισιοδοξίας, κίνησης, δράσης και φωτός στα τοπία του (ιδίως στις θαλασσογραφίες του), καθώς και για την ευαισθησία του στην ψυχολογική απεικόνιση των απλών ανθρώπων, ενώ ο ίδιος χαρακτηρίζεται ως «απλός εις τους τρόπους και εγκάρδιος, διανοούμενος και εργάτης… ποιητής και χωρικός» (εφ. Βραδυνή, 7-2-1935).
Ο Βαρβαρέσος ακολουθεί με συνέπεια την ίδια μετρημένη πορεία και στα μετέπειτα χρόνια της καλλιτεχνικής δράσης του. Κατεξοχήν ταπιογράφος, μελετά τις ιδιαιτερότητες της ατμόσφαιρας του κεντρο βορειο-ευρωπαϊκού τοπίου (όταν θα ταξιδέψει εκεί στο πλαίσιο της εργασίας του ως σχεδιαστής τραπεζογραμματίων στην Τράπεζα της Ελλάδος) και παράλληλα του νοτιοελλαδίτικου τοπίου ιδίως των Βατίκων, όπου μετέπειτα θα εστιάσει. Αποτυπώνει κοντινές η πανοραμικές όψεις από τις ποικίλες εναλλαγές της υπαίθρου (π.χ. βουνά, δάση, λίμνες, ποτάμια, θάλασσα), και λιγότερο του άστεως, μέσα στον κύκλο του χρόνου. Συχνά, η τεχνική του φέρει τον χαρακτήρα δοκιμής μικρής κλίμακας των οπτικών καταγραφών του. Η χρωματική παλέτα του εναλλάσσεται από γήινους και θερμούς τόνους σε πιο ψυχρούς, μέσα από ήπιους φωτισμούς που αποδίδουν την εντύπωση της εκάστοτε χρονικής στιγμής. Ιδίως στις θαλασσογραφίες του, αλλά και στα βατικιώτικα τοπία, η γραφή του γίνεται πιο ρευστή, πιο ελεύθερη και πιο αφαιρετική μέσα από απλωμένες λεπτές πινελιές, ενώ σε άλλες συνθέσεις διακρίνονται οι πάστες των χρωμάτων, δημιουργώντας ατμοσφαιρικές εντάσεις.
Οι προσωπογραφίες αποτελούν ένα άλλο πεδίο δράσης του Αχιλλέα Βαρβαρέσου. Όπως διαφαίνεται από τα έργα της συλλογής της Πινακοθήκης-Βιβλιοθήκης «Αχιλλέας Βαρβαρέσος», ο ζωγράφος, με αφετηρία την ακαδημαϊκή του παιδεία, εκκινεί από την νατουραλιστική απεικόνιση, ενώ υιοθετεί μία πιο ανοιχτή και εκφραστική παλέτα, επηρεασμένος από την συστηματική ενασχόλησή του με την τοπιογραφία. Συνδυάζει ψυχολογική διεισδυτικότητα με μία αίσθηση απλότητας και εγγύτητας, αποτυπώνοντας ανεπαίσθητα την κίνηση της στιγμής. Στην συλλογή, εκτός από την αυτοπροσωπογραφία του, απαντώνται κυρίως γυναικείες απεικονίσεις, συνήθως σε αφηρημένο φόντο (σπανιότερα ενταγμένες απευθείας στο φυσικό τοπίο, με μία αίσθηση ρομαντικής δραματικότητας), ενώ υπερισχύουν, σαν memento mori, αυτές της φιλάσθενης και πρόωρα χαμένης κόρης του, Υπατίας.
Σπανιότερα δείγματα της δουλειάς του αποτελούν και οι νεκρές φύσεις που διακρίνονται αντίστοιχα για τον σχεδιασμό, την φωτεινή χρωματικότητα και την εκφραστικότητά τους.
Η συλλογή της Πινακοθήκης-Βιβλιοθήκης «Αχιλλέας Βαρβαρέσος» αποτελεί μια ενδεικτική περίπτωση και για το πώς αποτυπώνεται ο ίδιος ο ζωγράφος στην ιδιαίτερη πατρίδα τους ως μνήμη και ως πολιτιστική παρακαταθήκη. Χάρη στην δωρεά του προς την κοινότητα Νεάπολης Λακωνίας, και πλέον μέσα από την έκθεση μεγάλου μέρους των πινάκων του, το έργο του Βαρβαρέσου μπορεί πλέον να αποτιμηθεί, να επικοινωνηθεί και να εμπλουτίσει την ιστορία της νεοελληνικής τέχνης.
Μανόλης Καρτεράκης
Ιστορικός τέχνης
